Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

crayon στα ελληνικά
crayon
λέγεται
κρεγιόν
.
crayon
σημαίνει στα ελληνικά
μολύβι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- bougie / crayon : κηρίο / κηρίο διαστολής
- fusain / crayon fusain : μολύβι σχεδίασης / ράβδος για σχεδίαση
- feutre / marqueur : μαρκαδόρος
- vernis / pates - repères par changement de couleur : βερνίκια / θερμοευαίσθητα υλικά:κιμωλίες
- rayonné / rubané en crayon : ακτινωτός,λωριδωτός,ταινιοειδής
- baguette / crayon-lecteur : γραφίδα ανάγνωσης
- photostyle / crayon lumineux : στυλό φωτός / φωτοστυλογράφος
- photostyle / crayon lumineux : φωτοπένα
- stylo-bille / stylo à bille : μολύβι με σφαιρίδιο / στυλογράφος με σφαιρίδιο
- porte-crayon : θήκη για μολύβι
Subscribe
0 Comments


