Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

créancier στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
créancier
λέγεται
κρεανσιέ
.
créancier
σημαίνει στα ελληνικά
πιστωτής
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • créancier : πιστωτής
  • créancier / créancier d'aliments : δικαιούχος της διατροφής
  • créancier / bénéficiaire : δικαιούχος πληρωμής
  • créanciers / comptes créanciers : καταθέσεις / καταθέσεις πελατών
  • décote / dépréciation : κούρεμα πιστωτών / απομείωση του χρέους
  • créancier net / position créditrice nette : καθαρή πιστωτική θέση / καθαρή χρεωστική θέση
  • créancier privé / créancier du secteur privé : ιδιώτης πιστωτής / δανειστής από τον ιδιωτικό τομέα
  • SNPC / Système de notification des pays créanciers : ΣΑΠ / σύστημα αναφοράς πιστωτή
  • créancier public : πιστωτής του δημόσιου τομέα

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments