Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

crêpe στα ελληνικά
crêpe
λέγεται
κρεπ
.
crêpe
σημαίνει στα ελληνικά
κρέπα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- crêpe : κρεπ / κρέπι
- crêpe : κρεπ
- crêpe : crêpe
- crêpe : ύφασμα κρέπ
- sablé / crêpe sablé : ύφασμα κρεπ ντε σιν χονδρό
- crêpage / retordage crêpe : κρέπ / στρίψιμο υψηλού βαθμού
- fil crêpe : νήμα κρεπ
- crêpe pâle : φύλλο ρυτιδωμένο ωχροκίτρινο
- crêpe brun : ρυτιδωμένο φαιό φύλλο
- mousseline / poil crêpé : τρίχα για κρεπ / τρίχα για μουσσελίνα
Subscribe
0 Comments


