Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

creuser στα ελληνικά
creuser
λέγεται
κρεζέ
.
creuser
σημαίνει στα ελληνικά
σκάβω / ανοίγω την όρεξη
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- forer / sonder : τρυπάω / διατρύω
- caisson / poutre caisson : κιβωτοειδής διαδοκίδα / δοκός κιβωτοειδούς διατομής
- drague / trancheuse-cureuse de fossés : βυθοκόρος / εκσκαφέας-καθαριστής τάφρων
- vis Allen / vis creuse : βίδα Allen / βίδα με κεφαλή βυθισμένου εξαγώνου
- draineuse / machine à drainer : μηχανή εκσκαφής τάφρων και τοποθέτησης σωλήνων
- âme creuse : κοίλος πυρήνας
- \OYS / huître creuse d'Australie : στρείδι της Αυστραλίας
- mer courte / mer creuse : κοίλο κύμα
- vis creuse : φρεζάτη βίδα
- fossoyeuse / trancheuse : εκσκαφέας / μηχανή εκσκαφής τάφρων
Subscribe
0 Comments


