Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

crisper στα ελληνικά
crisper
λέγεται
κρισπέ
.
crisper
σημαίνει στα ελληνικά
εκνευρίζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- crispage / parties crispées : ζάρα
- cuir crispé / cuir plissé : δέρμα πτυχωτό / δέρμα ρυτιδωμένο
- fini crispé / pelure d'oignon : φουσκωμένο χαρτί
- fini crispé / pelure d'oignon : ζάρωμα / συρρίκνωση
- peau crispée : συρρικνωμένο δέρμα
- crispé levant : ανατολικό δέρμα / κοκκιωμένο δέρμα
Subscribe
0 Comments


