Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

croate στα ελληνικά
croate
λέγεται
κροάτ
.
croate
σημαίνει στα ελληνικά
κροατικός / Κροάτης
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- croate / MUL : Κροάτης
- HDZ / Communauté démocratique croate : HDZ / Κροατική Δημοκρατική 'Ενωση
- HDZ / Parti de l'unité croate : Κροατική Δημοκρατική Κοινότητα
- Section croate / MUL : Κροατικός τομέας
- Parlement croate / MUL : Κοινοβούλιο της Δημοκρατίας της Κροατίας
- Unité de la traduction croate / MUL : Μονάδα Κροατικής Μετάφρασης
- Unité de l'interprétation croate / MUL : Μονάδα Κροατικής Διερμηνείας
- agence de l'énergie électrique de la République croate : οργανισμός ηλεκτρικής ενέργειας της Δημοκρατίας της Κροατίας
- Accord sous forme d'échange de lettres entre la Communauté européenne et la République de Croatie concernant le système d'écopoints applicable au trafic de transit croate à travers l'Autriche à partir du 1er janvier 2003 : Συμφωνία υπό μορφή ανταλλαγής επιστολών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Κροατίας για το σύστημα οικοσημείων που πρόκειται να εφαρμοστεί στην κροατική διαμετακομιστική κυκλοφορία μέσω της Αυστρίας από την 1η Ιανουαρίου 2003
Subscribe
0 Comments


