Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

crue στα ελληνικά
crue
λέγεται
κρυ
.
crue
σημαίνει στα ελληνικά
πλημμύρα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- crue / inondation : πλημύρα / πλημυρίδα
- crue : αποθαλασσία / φουσκοθαλασσιά
- crue : φουσκοποταμιά / φούσκωμα νερών
- crue : πλημμύρα
- IFRC / Fédération internationale des sociétés de la Croix-Rouge et du Croissant-Rouge : ΔΟΕΕΣ / Διεθνής Ομοσπονδία των Εταιριών του Ερυθρού Σταυρού και της Ερυθράς Ημισελήνου
- crue / hautes eaux : πλημμύρα / πλημμυρίδα
- CRU / Conseil de résolution unique : Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης / SRB
- cru / brut : ωμός / ακατέργαστος
- fonte / fonte crue : αργός σίδηρος
- cru : αδύνατος και όξινος
Subscribe
0 Comments


