Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

cuillère στα ελληνικά
cuillère
λέγεται
κυγέρ
.
cuillère
σημαίνει στα ελληνικά
κουτάλι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- cuillère : κουτάλι
- cuiller / cuillère : κουτάλα φόρτωσης
- cuillers / cuillères : κουτάλες / τροφοδοτικές κουτάλες
- cran / cranson : Κοχλιάρια αρμοράκια
- graisseur / coupelle d'huile : δίσκος λαδιού / συλλέκτης λαδιού
- taillage creux / affûtage en coupe cuillère : κοίλη λείανση επιφάνειας αποβλίττου
- Cuillère mesure : Δοσιμετρικό κοχλιάριο
- cuillère rotative : Διανομέας στάγματος
- semoir à cuillers / semoir à cuillères : σπαρτική μηχανή με δοσιμετρητή με κουτάλες
- auge de déflection / cuillère de dissipation : κατασκευή αναπήδησης
Subscribe
0 Comments


