Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

culbuter στα ελληνικά
culbuter
λέγεται
κυλμπυτέ
.
culbuter
σημαίνει στα ελληνικά
τουμπάρω / ρίχνω κάτω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- capoter / culbuter : ανατροπή / Εκτροπή κατά την προσγείωση
- culbute : περιστροφή περί μεταβλητόν άξονα
- culbute : κατρακύλισμα
- soupape en tête / soupape culbutée : βαλβίδα επικεφαλής
- ne pas culbuter : μην ανατρέπετε / αυτή η πλευρά προς τα πάνω
- vis de réglage pour soupape culbutée / vis de réglage de culbuteur de soupape : κοχλίας ρύθμισης βαλβίδας
Subscribe
0 Comments


