Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

cuve στα ελληνικά
cuve
λέγεται
κυβ
.
cuve
σημαίνει στα ελληνικά
ντεπόζιτο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- cuve : κάδος
- bol / cuve : κύλινδρος
- cuve : κάδος / λουτρό βαφής χρώματος κάδου
- cuve : λεκάνη φούρνου
- cuve / virole : δοχείο / λέβητας
- cuve / laboratoire : δοχείο καμίνου
- cuve / ampoule : γυάλα
- cuve : κυψέλη
- cuve : φρέαρ υψικαμίνου
Subscribe
0 Comments


