Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

cystite στα ελληνικά
cystite
λέγεται
σιστίτ
.
cystite
σημαίνει στα ελληνικά
κυστίτιδα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- cystite : κυστίτιδα
- cystite chimique : χημική κυστίτιδα
- cystite amibienne : αμοιβαδική κυστίτιδα
- cystite trigonale / cystite du col de la vessie : κολλοειδής κυστίτις
- cystite nodulaire : αδενική κυστίτις
- cystite incrustée : εφελκιδώδης κυστίτις
- cystite trigonale : τρίγωνος κυστίτις
- cystite végétante : φυτική κυστίτις
- cystite disséquante : αποφολιδωτική κυστίτις
- cystite colibacillaire : κυστίτις οφειλόμενη σε κολοβακτηρίδιο
Subscribe
0 Comments


