Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

déballer στα ελληνικά
déballer
λέγεται
ντεμπαλέ
.
déballer
σημαίνει στα ελληνικά
αδειάζω / βγάζω στη φόρα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- déballer / désemballer : ξεπακετάρω / ανοίγω το πακέτο
- déballer : αδειάζω
- ciseaux à déballer : ξεκαρφωτήρι / κοπίδια αποσυσκευασίας
Subscribe
0 Comments


