Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

débauché στα ελληνικά
débauché
λέγεται
ντεμποσέ
.
débauché
σημαίνει στα ελληνικά
άσωτος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- débaucher : απολύω
- débaucher : προσλαμβάνω μισθωτό ανταγωνιστικής επιχείρησης
- débauche des mouvements : αρτιότητα κίνησης
Subscribe
0 Comments


