Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

déborder στα ελληνικά
déborder
λέγεται
ντεμπορντέ
.
déborder
σημαίνει στα ελληνικά
ξεχειλίζω / υπερβαίνω / πνίγομαι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- déborder / atterrir long : προσγειώνομαι μακρύς / επιχειρώ επανακύκλωση γιά νέα προσέγγιση
- déborder : ξεχειλίζω / υπερεκχειλίχω
- débordant : σόλα που εξέχει από την κόστα
- trafic débordé / trafic de débordement : κίνηση υπερροής
- plein à déborder : υπερεκχειλίζων / γεμάτο μέχρι την υπερχείλιση
- contact débordant : επεκτεταμένη επαφή
- ciseaux à déborder : ξακριστήρες
- machine à déborder : μηχανή ρεφιλαρίσματος
- semelle débordante : προεξέχουσα σόλα
- faisceau débordant / faisceau à fort trafic : ζεύξη μεγάλης χρήσης
Subscribe
0 Comments


