Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

débrancher στα ελληνικά
débrancher
λέγεται
ντεμπρανσέ
.
débrancher
σημαίνει στα ελληνικά
αποσυνδέω / βγάζω απ’ την πρίζα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- débrancher : διακόπτω / αποσυνδέω
- débranché : απενεργοποίηση
- débrancher un train : αποσυνδέω τον ελκόμενο συρμό από την κινητήρια μηχανή
- débrancher un appareil : αποσυνδέω μια συσκευή από την πηγή του ρεύματος
- interdiction de passage à la bosse / interdiction de débrancher à la gravité : απαγόρευση διέλευσης από τη ράχη / απαγόρευση αποσύνδεσης με τη βαρύτητα
Subscribe
0 Comments


