Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

débrancher στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
débrancher
λέγεται
ντεμπρανσέ
.
débrancher
σημαίνει στα ελληνικά
αποσυνδέω / βγάζω απ’ την πρίζα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • débrancher : διακόπτω / αποσυνδέω
  • débranché : απενεργοποίηση
  • débrancher un train : αποσυνδέω τον ελκόμενο συρμό από την κινητήρια μηχανή
  • débrancher un appareil : αποσυνδέω μια συσκευή από την πηγή του ρεύματος
  • interdiction de passage à la bosse / interdiction de débrancher à la gravité : απαγόρευση διέλευσης από τη ράχη / απαγόρευση αποσύνδεσης με τη βαρύτητα

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments