Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

débris στα ελληνικά
débris
λέγεται
ντεμπρί
.
débris
σημαίνει στα ελληνικά
θραύσμα / συντρίμια
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- débris / déchets : μπάζα
- débris / détritus : συντρίμμια / συντρίμματα,φόρτος
- débris : συντρίμμια σε τροχιά / υπολείμματα σε τροχιά
- débris : παλαιοσίδηρος
- debris / tas de deblais : σωρός κατακερματισμένων βράχων
- REG / débris de guerre explosifs : εκρηκτικά κατάλοιπα πολέμου
- poudrette / caoutchouc en poudre obtenu à partir de déchets ou de débris de caoutchouc non durci : καουτσούκ σε σκόνη,το οποίο λαμβάνεται από τα απορρίμματα ή από τα αποκόμματα του μη σκληρυμένου καουτσούκ
- fer étamé / débris de fer-blanc : απορρίματα λευκοσιδήρου / επικασσιτερωμένος σίδηρος
- briquaillons / débris de brique : θραύσματα πλίνθων
- débris de verre : θραύσμα από γυαλί
Subscribe
0 Comments


