Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

décalage στα ελληνικά
décalage
λέγεται
ντεκαλάζ
.
décalage
σημαίνει στα ελληνικά
διαφορά
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- décalage : `Eγχρωμο σημάδι
- décalage / écart de phase : διαφορά φάσεως / χρονική μετατόπιση
- offset / décalage : από συμφώνου κλείδα
- décalage / différence de calage : γωνία μεταξύ αντιστοίχων χορδών των πτερύγων διπλάνου
- retard / décalage : υστέρηση
- décalage : μετατόπιση εργαλείου
- décalage : διάταξη εναλλάξ / προπορεία πτερύγων
- décadrage / décalage d'image : ολίσθηση εικόνας
- dégrippant / huile pénétrante : έλαιο κατά της οξειδώσεως
- décalage normé : κανονικοποιημένη απόσταση / κανονικοποιημένη μετατόπιση
Subscribe
0 Comments


