Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

décharné στα ελληνικά
décharné
λέγεται
ντεσαρνέ
.
décharné
σημαίνει στα ελληνικά
ισχνός / κοκαλιάρικος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
