Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

déclarer στα ελληνικά
déclarer
λέγεται
ντεκλαρέ
.
déclarer
σημαίνει στα ελληνικά
δηλώνω / κηρύσσω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- pêche INN / pêche illicite, non déclarée et non réglementée : ΠΑΑ / παράνομη, αδήλωτη και ανεξέλεγκτη αλιεία
- déclarant : καταχωρών
- déclarant : διασαφιστής
- déclaré / manifeste : ακάλυπτoς
- IBNR / survenu mais non déclaré : IBNR / ζημίες που συνέβησαν αλλά δεν δηλώθηκαν
- se déclarer : δηλώνω την παρουσία μου
- sida déclaré : εκδηλωμένο AIDS / εκδηλωμένο Σ.Ε.Α.Α.
- pays déclarant : χώρες που υποβάλλουν στοιχεία
- indéterminé / non-déclaré : μη δηλωθέν / μη δηλώσας
- chômage connu / chômage déclaré : ανοικτή ανεργία / δηλωμένη ανεργία
Subscribe
0 Comments


