Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

décollage στα ελληνικά
décollage
λέγεται
ντεκολάζ
.
décollage
σημαίνει στα ελληνικά
απογείωση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- décollage : Απογείωση
- décollage : αρχική περιστροφή
- décollage : αποκόλληση
- décollage : απογείωση της οικονομίας
- décollage : αποκόλληση / αποκόλληση από τη γήινη επιφάνεια
- décollage / déraillement : απόσπαση ενός παντογράφου / αποκόλληση ενός παντογράφου
- envol / décollage : απογείωση
- décollage : αποκόλληση / αποκόλληση από την γήινη επιφάνεια
- ADAC/ADAV : αεροσκάφος Κ/ΒΑΠ
- créneau ATC / créneau de capacité de trafic aérien : διαθέσιμος χρόνος χρήσης στον αερολιμένα
Subscribe
0 Comments


