Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

décomposition στα ελληνικά
décomposition
λέγεται
ντεκονποζισιόν
.
décomposition
σημαίνει στα ελληνικά
αποσύνθεση / αλλοίωση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- décomposition : διάσπαση
- décomposition : διαχωρισμός
- décomposition : αποσύνθεση/διάσπαση
- décomposition : αποσύνθεση
- réaction / décomposition : αντίδραση / αποσύνθεση
- État faible / État affaibli : εξασθενημένο κράτος
- catabolisme / métabolisme : καταβολισμός
- gazéification / production de gaz : εξαερίωση
Subscribe
0 Comments


