Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

décréter στα ελληνικά
décréter
λέγεται
ντεκρετέ
.
décréter
σημαίνει στα ελληνικά
εκδίδω διάταγμα / θεσπίζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- décréter : εκδίδω διάταγμα
- décréter : διατάσσω
Subscribe
0 Comments


