Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

décroître στα ελληνικά
décroître
λέγεται
ντεκρουάτρ
.
décroître
σημαίνει στα ελληνικά
ελαττώνομαι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- décrue : πτώση / μείωση
- décrue / descente de l'eau : άμπωτις
- eau en décrue : μειούμενη στάθμη νερού
- tri descendant / tri décroissant : ταξινόμηση κατά φθίνουσα σειρά
- courbe de décrue : καμπύλη καθόδου πλημμύρας
- temps de décrue : περίοδος καθόδου
- sens décroissant : φθίνουσα φορά / φθίνουσα κατεύθυνση
- ordre décroissant : φθήνουσα τάξη
- bruit décroissant : καρδιακό φύσημα ντεκρεσέντο
- décrue souterraine / abaissement de la nappe phréatique : πτώση της στάθμης του υπογείου ύδατος
Subscribe
0 Comments


