Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

défendre στα ελληνικά
défendre
λέγεται
ντεφάνντρ
.
défendre
σημαίνει στα ελληνικά
υπερασπίζομαι / απαγορεύω / αμύνομαι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- défens / défends : απαγόρευσις βοσκήσεως
- livre défendu : απαγορευμένο βιβλίο
- défendre son point de vue : υποστηρίζω την άποψή μου
- qualité pour défendre en justice : ικανότητα επιχείρησης διαδικαστικών πράξεων
- qualité pour défendre en justice : ικανότητα διαδίκου
- qualité pour défendre en justice : παθητική νομιμοποίηση
Subscribe
0 Comments


