Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

déficient στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
déficient
λέγεται
ντεφισιάν
.
déficient
σημαίνει στα ελληνικά
λειψός / ανεπαρκής
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • dénutrition / malnutrition : κακή διατροφή
  • sous-alimentation / alimentation déficiente : υποσιτισμός / ελλειπής διατροφή
  • Traité de Marrakech / Traité de Marrakech visant à faciliter l'accès des aveugles, des déficients visuels et des personnes ayant d'autres difficultés de lecture des textes imprimés aux œuvres publiées : Συνθήκη του Μαρακές για τη διευκόλυνση της πρόσβασης σε έντυπα για τυφλούς, άτομα με προβλήματα όρασης και λοιπά άτομα με προβλήματα ανάγνωσης εντύπων
  • matériel relativement déficient / matériel sur pied relativement déficient : σχετικά ανεπαρκές ξυλαπόθεμα
  • aliments déficients en protéines : πρωτεϊνοπενικές τροφές
  • sens déficient de sa propre valeur : έλλειψη αίσθησης προσωπικής αξίας
  • sens déficient de sa propre valeur : έλλειψη αυτοεκτιμήσεως / έλλειψη αυτοπεποίθησης
  • plante à reproduction sexuée déficiente : φυτά με ανεπαρκή φυλετική αναπαραγωγή

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments