Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

défier στα ελληνικά
défier
λέγεται
ντεφιέ
.
défier
σημαίνει στα ελληνικά
προκαλώ / αψηφώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- défier : αβαράρω / αποκρούω
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
