Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

dégradation στα ελληνικά
dégradation
λέγεται
ντεγκραντασιόν
.
dégradation
σημαίνει στα ελληνικά
καθαίρεση / φθορά / καταβιβασμός / επιδείνωση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- dégradation : αποδόμηση
- dégradation : αποδόμηση (Preferred) / αποσύνθεση
- dégradation : απο(ικο)δόμηση/υποβάθμιση
- dégradation / dégradation du sol : υποβάθμιση εδάφους / αποσάθρωση του εδάφους
- dégradation : διάβρωση / υποβάθμιση
- dégradation / dégradation du sol : υποβάθμιση εδάφους / αποσάθρωση του εδάφους
- dégradation : επιφανειακή φθορά
- dégradation : Υποβάθμιση
- dégradation / perte d'énergie : μείωση ενέργειας / απώλεια ενέργειας
- dégradation : υποβάθμιση
Subscribe
0 Comments


