Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

degré στα ελληνικά
degré
λέγεται
ντεγκρέ
.
degré
σημαίνει στα ελληνικά
βαθμός / μοίρα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- Tribunal / Tribunal de l'Union européenne : Γενικό Δικαστήριο / ΠΕΚ (Obsolete)
- degré / norme : μέτρο / τύπος
- degré : βαθμός
- degré / degré de contrôle : βαθμός ελέγχου
- degré : βαθμός / πολλαπλότητα
- rang / degré : βαθμίδα
- degré / facteur de branchement : παράγων διακλάδωσης
- VLSIC / circuit à très haut degré d'intégration : VLSIC / κύκλωμα με ολοκλήρωση πολύ μεγάλης κλίμακας
- K / kelvin : Kelvin / βαθμός Kelvin
- CAPES / Certificat d'aptitude au professorat de l'enseignement secondaire : CAPES / ενδεικτικό επάρκειας καθηγητή Μέσης Εκπαίδευσης
Subscribe
0 Comments


