Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

délimiter στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
délimiter
λέγεται
ντελιμιτέ
.
délimiter
σημαίνει στα ελληνικά
οριοθετώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • séparer / délimiter : διαχωρίζω ομάδα χαρακτήρων
  • borner / jalonner : οριοθέτηση
  • méthode EFG / croissance à partir d'un film délimité par un contour : μέθοδος EFG
  • VDQS / vin délimité de qualité supérieure : VDQS / vin délimité de qualité supérieure
  • VDQS / vin délimité de qualité supérieure : ΟΠΑΠ / Οίνοι Προέλευσης Ανώτερης Ποιότητος
  • donnée délimitée : δεσμευμένα δεδομένα
  • fichier délimité / fichier à champs délimités : οριοθετημένο αρχείο
  • jonction délimitée : περιορισμένη ένωση
  • réassurance finite / réassurance à risque maximum défini : αντασφάλιση πεπερασμένου κινδύνου
  • piquet au jour délimitant la concession : επιφανειακός πάσσαλος σήμανσης ορίων υπόγειας εκμετάλλευσης

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments