Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

délinquance στα ελληνικά
délinquance
λέγεται
ντελενκάνς
.
délinquance
σημαίνει στα ελληνικά
εγκληματικότητα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- délinquance : εγκληματική συμπεριφορά
- cybercriminalité / criminalité informatique : ηλεκτρονικό έγκλημα (Preferred) / εγκληματικότητα στον κυβερνοχώρο
- OCRGDF / Office central pour la répression de la grande délinquance financière : OCRGTF / Κεντρικό Γραφείο Δίωξης των Μεγάλων Οικονομικών Εγκλημάτων
- HEUNI / Institut européen pour la prévention du crime et la lutte contre la délinquance affilié à l'Organisation des Nations unies : Ευρωπαϊκό 'Ιδρυμα του Ελσίνκι υπαγόμενο στα Ηνωμένα 'Εθνη, για την πρόληψη και την καταπολέμηση του εγκλήματος
- taux de délinquance : επίπεδο παραβατικότητας
- délinquance juvénile : νεανική παραβατικότητα / εγκληματικότητα των νέων· νεανική εγκληματικότητα
- délinquance juvénile : νεανική παραβατικότητα
- criminalité en col blanc / criminalité des cols blancs : εγκληματικότητα με "άσπρο κολλάρο"' οικονομικό έγκλημα' οικονομική εγκληματικότητα
- grande délinquance financière : μεγάλο οικονομικό έγκλημα
- sujets prédisposés à la délinquance ou à un comportement asocial : άτομα με εγκληματικές και αντικοινωνικές τάσεις
Subscribe
0 Comments


