Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

délinquant στα ελληνικά
délinquant
λέγεται
ντελενκάν
.
délinquant
σημαίνει στα ελληνικά
κακοποιός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- criminel / délinquant : εγκληματίας
- criminalité / comportement criminel : εγκληματική συμπεριφορά
- ex-délinquant / ancien délinquant : πρώην εγκληματίας
- délinquant né : εκ γενετής εγκληματίας
- jeune délinquant / mineur délinquant : ανήλικος εγκληματίας
- cyberdélinquant : εγκληματίας του κυβερνοχώρου
- délinquant juvénile : νεανικός εγκληματίας
- délinquant juvénile : νεαρός αλήτης / ανήλικος αλήτης
- comportement criminel / comportement délinquant : εγκληματική συμπεριφορά
- délinquant toxicomane : τοξικομανής αλήτης
Subscribe
0 Comments


