Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

démaquiller στα ελληνικά
démaquiller
λέγεται
ντεμακιγέ
.
démaquiller
σημαίνει στα ελληνικά
ξεβάφω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
