Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

démembrer στα ελληνικά
démembrer
λέγεται
ντεμανμπρέ
.
démembrer
σημαίνει στα ελληνικά
διαμελίζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- Félin / Fonds d'Etat libre d'intérêt nominal : δημόσια ομόλογα με αποκοπτόμενα κουπούνια / κρατικό χρεόγραφο απαλλαγμένο από ονομαστικό επιτόκιο
- Obligation démembrée : Ομόλογο με αποκομμένο τοκομερίδιο ( χωριστή διαπραγμάτευση τόκων και κεφαλαίου
- obligation démembrée / obligation démantelée : ομόλογο με αποκομμένο τοκομερίδιο
Subscribe
0 Comments


