Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

démission στα ελληνικά
démission
λέγεται
ντεμισιόν
.
démission
σημαίνει στα ελληνικά
παραίτηση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- démission : παραίτηση
- démission : καταγγελία
- démission : παραιτήσεως
- congédier / remercier : απόλυση
- démission d'office : απαλλαγή καθηκόντων
- démission d'office : απαλλαγή εκ των καθηκόντων
- démission d'office : της παύσεως
- lettre de démission : επιστολή παραίτησης
Subscribe
0 Comments


