Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

dénaturer στα ελληνικά
dénaturer
λέγεται
ντενατυρέ
.
dénaturer
σημαίνει στα ελληνικά
παραποιώ / αλλοιώνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- dénaturer : μετουσιώνω
- dénaturant : μέσα μετουσίωσης
- blé dénaturé : μετουσιωμένος σίτος
- blé dénaturé : μετουσιωμένο σιτάρι
- alcool dénaturé : μετουσιωμένη αλκοόλη / μετουσιωμένο οινόπνευμα
- alcool dénaturé : μετουσιωμένη αλκοόλη
- agent dénaturant / agent de dénaturation : παράγοντας μετουσίωσης
- babeurre dénaturé : μετουσιωμένο βουτυρόγαλα
- protéine dénaturée : μετουσιωμένη πρωτεΐνη
Subscribe
0 Comments


