Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

dentifrice στα ελληνικά
dentifrice
λέγεται
νταντιφρίς
.
dentifrice
σημαίνει στα ελληνικά
οδοντόκρεμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- dentifrice : οδοντόκρεμα / παρασκεύασμα καθαρισμού των δοντιών
- Pâte dentifrice : Οδοντόπαστα
Subscribe
0 Comments


