Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

dépêcher στα ελληνικά
dépêcher
λέγεται
ντεπεσέ
.
dépêcher
σημαίνει στα ελληνικά
σπεύδω / βιάζομαι / κάνω γρήγορα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- dépêche : ταχυδρομική αποστολή
- RSS / flux de dépêches : RSS / Really Simple Syndication
- dépêche-avion : αεραποστολή
- dépêche S.A.L. : SAL / ταχυδρομείο επιφανείας που μεταφέρεται αεροπορικώς
- dépêche-surface : ταχυδρομική αποστολή επιφάνειας
- soute à dépêches : χώρος ταχυδρομείου
- dépêche spéciale : ειδική ταχυδρομική αποστολή
- dépêche accidentée : ταχυδρομική αποστολή που έχει υποστεί ατύχημα
- plomber une dépêche : σφραγίζω με μολυβδοσφραγίδα ταχυδρομική αποστολή
- scellé d'une dépêche : σφραγίδα ταχυδρομικής αποστολής
Subscribe
0 Comments


