Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

dépendre στα ελληνικά
dépendre
λέγεται
ντεπάνντρ
.
dépendre
σημαίνει στα ελληνικά
εξαρτιέμαι / υπάγομαι / ça dépend εξαρτάται
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- dépendance / territoire dépendant : εξαρτώμενο έδαφος
- RETEX / Initiative communautaire concernant les régions fortement dépendantes du secteur textile-habillement : Κοινοτική πρωτοβουλία που αφορά τις περιφέρειες που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τον τομέα των κλωστοϋφαντουργικών και ειδών ένδυσης
- ADS-B / surveillance dépendante automatique en mode diffusion : αυτόματη εξαρτημένη επιτήρηση – εκπομπή
- Retex / Initiative communautaire concernant les régions fortement dépendantes du secteur textile-habillement : Retex / κοινοτική πρωτοβουλία που αφορά τις περιφέρειες που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τον τομέα των κλωστοϋφαντουργικών και ειδών ένδυσης
- RETEX / Initiative communautaire concernant les régions fortement dépendantes du secteur textile-habillement : RETEX / Κοινοτική πρωτοβουλία που αφορά τις περιφέρειες που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τον τομέα των κλωστοϋφαντουργικών και των ειδών ένδυσης
- DNID / diabète gras : διαβήτης ατόμων μη εξαρτωμένων από ινσουλίνη
- DT2 / DNID : ΜΙΕΣΔ / διαβήτης των ενηλίκων
- DID / diabète maigre : διαβήτης ατόμων εξαρτωμένων από ινσουλίνη
- variable liée / variable dépendante : εξηρτημένη μεταβλητή
Subscribe
0 Comments


