Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

dépendre στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
dépendre
λέγεται
ντεπάνντρ
.
dépendre
σημαίνει στα ελληνικά
εξαρτιέμαι / υπάγομαι / ça dépend εξαρτάται
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • dépendance / territoire dépendant : εξαρτώμενο έδαφος
  • RETEX / Initiative communautaire concernant les régions fortement dépendantes du secteur textile-habillement : Κοινοτική πρωτοβουλία που αφορά τις περιφέρειες που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τον τομέα των κλωστοϋφαντουργικών και ειδών ένδυσης
  • ADS-B / surveillance dépendante automatique en mode diffusion : αυτόματη εξαρτημένη επιτήρηση – εκπομπή
  • Retex / Initiative communautaire concernant les régions fortement dépendantes du secteur textile-habillement : Retex / κοινοτική πρωτοβουλία που αφορά τις περιφέρειες που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τον τομέα των κλωστοϋφαντουργικών και ειδών ένδυσης
  • RETEX / Initiative communautaire concernant les régions fortement dépendantes du secteur textile-habillement : RETEX / Κοινοτική πρωτοβουλία που αφορά τις περιφέρειες που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τον τομέα των κλωστοϋφαντουργικών και των ειδών ένδυσης
  • DNID / diabète gras : διαβήτης ατόμων μη εξαρτωμένων από ινσουλίνη
  • DT2 / DNID : ΜΙΕΣΔ / διαβήτης των ενηλίκων
  • DID / diabète maigre : διαβήτης ατόμων εξαρτωμένων από ινσουλίνη
  • variable liée / variable dépendante : εξηρτημένη μεταβλητή

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments