Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

déporter στα ελληνικά
déporter
λέγεται
ντεπορτέ
.
déporter
σημαίνει στα ελληνικά
εξορίζω / εκτοπίζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- roue zéro / roue sans déport : τροχός με κανονική οδόντωση / τροχός χωρίς μετατόπιση κατατομής
- déporté / désaligné : εκτός ευθυγράμμισης
- cover-crop / pulvériseur en A : δισκοσβάρνα σχήματος V / παρεκκλίνουσα δισκοσβάρνα
- side dozer / lame de terrassement frontale déportée : λεπίδα επιχωμάτωσης με μετωπική εκτόπιση
- griffe / bride en Z : σφιγκτήρας τύπου Ζ
- roue déportée : οδοντωτός τροχός με οδόντωση V / οδοντωτός τροχός με μετατόπιση κατατομής οδόντωσης
- charrue déportée : παρεκλίνον άροτρο / άροτρο με αντιστάθμιση
- denture déportée : οδόντες βραχείας και μακράς κεφαλής
- houe rotative déportée : περιστροφική παρεκλίνουσα σκαπάνη
- soudure d'angle déportée / soudure d'angle affaissée : εξωραφή σε γωνία με ανεπιθύμητη ανισότητα στα σκέλη της ραφής
Subscribe
0 Comments


