Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

dérogation στα ελληνικά
dérogation
λέγεται
ντερογκασιόν
.
dérogation
σημαίνει στα ελληνικά
κατεξαίρεση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- dérogation : παραχώρηση / παραίτηση από δικαιωματική απαίτηση
- dérogation : παρέκκλιση
- dérogation : εξαίρεση / παρέκκλιση
- dérogation : εξαίρεση
- dérogation : άδεια παρέκκλισης
- dérogations : εξαιρέσεις
- dérogations : κατ' εξαίρεση άδεια
- par dérogation : κατά παρέκκλιση
- dérogation NPF : εξαίρεση από την εφαρμογή της ρήτρας του μάλλον ευνοημένου κράτους
Subscribe
0 Comments


