Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

dérouter στα ελληνικά
dérouter
λέγεται
ντερουτέ
.
dérouter
σημαίνει στα ελληνικά
εκτρέπω / σαστίζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- État défaillant / État en décomposition : διαλυμένο κράτος / αποσαθρωμένο κράτος
- dérouter des fichiers : επαναπροσανατολίζω αρχεία
Subscribe
0 Comments


