Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

désagréger στα ελληνικά
désagréger
λέγεται
ντεζαγκρεζέ
.
désagréger
σημαίνει στα ελληνικά
διασπάζω / κάνω κομμάτια
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- désagréger : αποσαθρώνω
- desagreger : χαλαρώνω
- se dégrader / se désagréger : αποσαθρώνομαι / αποσυντίθεμαι
- modèle désagrégé : μαθηματικό πρότυπο συγκοινωνιακού σχεδιασμού
- donnée désagrégée : αναλυτικά στοιχεία
- statistiques désagrégées : ανομοιογενή στατιστικά στοιχεία
- phosphate de calcium désagrégé : αποσαθρωμένο φωσφορικό ασβέστιο
- cubage de matériaux désagrégés : κυβισμός χαλαρών υλικών
- protection du sol avec mottes de gazon désagrégées : προστασία εδάφους διά χορτοπλίνθων εν διαλύσει
Subscribe
0 Comments


