Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

désavantage στα ελληνικά
désavantage
λέγεται
ντεζαβαντάζ
.
désavantage
σημαίνει στα ελληνικά
μειονέκτημα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- restriction de participation / désavantage (Obsolete) : αναπηρία
- captifs / handicapés : ανάπηρος / επιβάτες με δυσκολίες συγκοινωνιακών μετακινήσεων
- captifs / désavantagés des transports : έχοντες ανάγκη συγκοινωνίας
- groupe défavorisé / groupe désavantagé : ομάδα μειονεκτούντων ατόμων
- LLGDS / Etats sans littoral et autres Etats géographiquement désavantagés : LLGDS / περίκλειστα και άλλα γεωγραφικώς μειονεκτικά κράτη
- désavantage fiscal : φορολογικό μειονέκτημα
- jeunes défavorisés / jeunes les plus défavorisés : μειονεκτούντες νέοι' λιγότερο ευνοημένοι νέοι
- GDS / Etats géographiquement désavantagés : GDS / γεωγραφικώς μειονεκτικά κράτη
- facteur de désavantage : συντελεστής μειονεκτικότητας
- désavantages économiques : οικονομικά μειονεκτήματα
Subscribe
0 Comments


