Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

désaveu στα ελληνικά
désaveu
λέγεται
ντεζαβέ
.
désaveu
σημαίνει στα ελληνικά
αποκήρυξη
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- désaveu : διάψευσις
- désaveu de paternité (Obsolete) : αμφισβήτηση της εαυτού πατρότητος (Obsolete)
- désaveu de paternité : προσβολή της πατρότητας
Subscribe
0 Comments


