Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

désinfecter στα ελληνικά
désinfecter
λέγεται
ντεζενφεκτέ
.
désinfecter
σημαίνει στα ελληνικά
απολυμαίνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- stériliser / désinfecter : απολύμανση / αποστείρωση
- désinfecter : απολυμαίνω με καυστική ουσία
- désinfecter : απολυμαίνω
- désinfectant : απολυμαντικό
- désinfectant / désinfectant du sol : απολλυμαντικό δαπέδου
Subscribe
0 Comments


