Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

désordonné στα ελληνικά
désordonné
λέγεται
ντεζορντονέ
.
désordonné
σημαίνει στα ελληνικά
ακατάστατος / άτσαλος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- défaut désordonné : ανεξέλεγκτη χρεοκοπία (Admitted)
- fente désordonnée : σύμπλοκος επίπεδος πόρος
- garnissage en vrac / garnissage désordonné : τυχαίο γέμισμα
- pensée désordonnée : άτακτη σκέψη
- accès désordonné à une trame / caractère désordonné de l'accès à une trame : μη διατεταγμένη πρόσβαση σε πλαίσιο
- mouvements désordonnés ataviques : αταβιστική αντίδραση / αταβιστική συμπεριφορά
- satellite à défilement désordonné : δορυφόρος ακανόνιστης τροχιάς / δορυφόρος μη διορθούμενης τροχιάς
Subscribe
0 Comments


