Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

déstabiliser στα ελληνικά
déstabiliser
λέγεται
ντεσταμπιλιζέ
.
déstabiliser
σημαίνει στα ελληνικά
αποσταθεροποιώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
