Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

destituer στα ελληνικά
destituer
λέγεται
ντεστιτυέ
.
destituer
σημαίνει στα ελληνικά
καθαιρώ / παύω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- destituer : απολύω
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
