Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

déteindre στα ελληνικά
déteindre
λέγεται
ντετένντρ
.
déteindre
σημαίνει στα ελληνικά
ξεβάφω / επηρεάζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
