Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

détenu στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
détenu
λέγεται
ντετνύ
.
détenu
σημαίνει στα ελληνικά
κρατούμενος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • détenu / incarcéré : κρατούμενος
  • personne détenue / personne en détention : Άτομο υπό κράτηση
  • étain métal détenu : μέταλλο κασσίτερου υπό φύλαξη
  • soldes extérieurs / soldes débiteurs extérieurs : ρευστά διαθέσιμα διακρατούμενα στο εξωτερικό
  • brigade de détenus : ομάδα φυλακισμένων
  • entreprise détenue : εταιρεία στην οποία γίνονται επενδύσεις
  • détenir en garantie : κατέχω ως εγγύηση
  • Convention de La Haye / Convention [de La Haye] sur la loi applicable à certains droits sur des titres détenus auprès d'un intermédiaire : Σύμβαση της Χάγης για το εφαρμοστέο δίκαιο σε ορισμένα δικαιώματα επί τίτλων που κατέχονται από διαμεσολαβητές
  • conditions carcérales / conditions de détention : συνθήκες κράτησης στις φυλακές / συνθήκες διαβίωσης των κρατουμένων
  • droits dans le capital / droits détenus dans le capital : δικαιώματα στο κεφάλαιο

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments